Τομέας Νεότητος Ιερού Ναού Αγίας Σοφίας Πειραιώς

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής 1 Φεβρουαρίου 2026 - Τελώνου και Φαρισαίου

Το Αποστολικό Ανάγνωσμα
(Ρωμ. η΄ 28-39)

Αδελφοί, οἴδαμεν ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν, τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσιν· ὅτι οὓς προέγνω, καὶ προώρισε συμμόρφους τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν πρωτότοκον ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς· οὓς δὲ προώρισε, τούτους καὶ ἐκάλεσε, καὶ οὓς ἐκάλεσε, τούτους καὶ ἐδικαίωσεν, οὓς δὲ ἐδικαίωσε, τούτους καὶ ἐδόξασε. Τί οὖν ἐροῦμεν πρὸς ταῦτα; Εἰ ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν, τίς καθ᾿ ἡμῶν; Ὅς γε τοῦ ἰδίου υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλ᾿ ὑπὲρ ἡμῶν πάντων παρέδωκεν αὐτόν, πῶς οὐχὶ καὶ σὺν αὐτῷ τὰ πάντα ἡμῖν χαρίσεται; Τίς ἐγκαλέσει κατὰ ἐκλεκτῶν Θεοῦ; Θεὸς ὁ δικαιῶν· τίς ὁ κατακρίνων; Χριστὸς ὁ ἀποθανών, μᾶλλον δὲ καὶ ἐγερθείς, ὃς καί ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, ὃς καὶ ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν. Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα; Καθὼς γέγραπται ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν· ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς. Ἀλλ᾿ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς. Πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.

Απόδοση:

Αδελφοί, εἴμαστε βέβαιοι ὅτι, ἂν ἀγαπᾶ κανεὶς τὸ Θεό, ὁ Θεὸς κάνει τὰ πάντα νὰ συντελοῦν στὸ καλό του. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅσους κάλεσε ὁ Θεὸς σύμφωνα μὲ τὸ λυτρωτικό του σχέδιο. Τοὺς ἤξερε ἀπὸ πρίν, καὶ τοὺς προόρισε νὰ γίνουν ὅμοιοι μὲ τὸν Υἱό του, ἔτσι ποὺ ὁ Χριστὸς νὰ εἶναι ὁ πρῶτος ἀνάμεσα σ΄ ἕνα πλῆθος ἀπὸ ἀδέρφια. Κι αὐτοὺς ποὺ προόρισε, αὐτοὺς καὶ κάλεσε. Κι αὐτοὺς ποὺ κάλεσε, τοὺς ἔσωσε. Κι αὐτοὺς ποὺ ἔσωσε, αὐτοὺς τοὺς δόξασε. Τί νὰ προσθέσουμε σ΄ αὐτά; Ὅταν εἶναι ὁ Θεὸς μὲ τὸ μέρος μας, ποιὸς μπορεῖ νὰ εἶναι ἐναντίον μας; Ὁ Θεὸς δὲν λυπήθηκε οὔτε τὸ μονογενῆ του Υἱό, ἀλλὰ τὸν παρέδωσε στὸ θάνατο γιὰ χάρη ὅλων μας. Δὲ θὰ μᾶς δωρίσει, λοιπόν, μαζὶ μ΄ αὐτὸν τὰ πάντα; Ποιὸς μπορεῖ νὰ κατηγορήσει αὐτοὺς πού διάλεξε ὁ Θεός; Κανείς, γιατί ὁ Θεὸς ὁ ἴδιος τους δικαιώνει. Καὶ ποιὸς θὰ τοὺς καταδικάσει; Κανείς, γιατί ὁ Χριστὸς πέθανε γιά μας. Κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ κι ἀναστήθηκε καὶ βρίσκεται τώρα στὰ δεξιά του Θεοῦ, ὅπου μεσολαβεῖ γιά μας. Τί, λοιπόν, μπορεῖ νὰ μᾶς χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ; Μήπως τὰ παθήματα, οἱ στενοχώριες, οἱ διωγμοί, ἡ πείνα, ἡ γύμνια, οἱ κίνδυνοι ἢ ὁ μαρτυρικὸς θάνατος; Σύμφωνα μὲ τὴ Γραφή: Γιὰ σένα πεθαίνουμε ὅλη τὴν ἡμέρα. Μᾶς μεταχειρίζονται σὰν τὰ πρόβατα ποὺ τὰ πάνε γιὰ σφαγή. Ἐμεῖς ὅμως ὑπερνικοῦμε μέσα ἀπ΄ ὅλες αὐτὲς τὶς δυσκολίες μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀγάπησε. Κι εἶμαι πραγματικὰ βέβαιος πὼς οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἄλλες οὐράνιες δυνάμεις οὔτε παρόντα οὔτε μέλλοντα οὔτε κάτι ἄλλο εἴτε στὸν οὐρανὸ εἴτε στὸν ἅδη οὔτε κανένα ἄλλο δημιούργημα θὰ μπορέσουν ποτὲ νὰ μᾶς χωρίσουν ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά μας, ὅπως αὐτὴ φανερώθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας.

Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα (Λουκ. ιη΄ 10-14)

Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολὴν ταύτην· Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανόν ἐπᾶραι, ἀλλ' ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.

Απόδοση:

Εἶπεν ὁ Κύριος αὐτή τήν παραβολή: «Δύο ἄνθρωποι ἀνέβηκαν στό ναό γιά νά προσευχηθοῦν. Ὁ ἕνας ἦταν Φαρισαῖος κι ὁ ἄλλος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε ἐπιδεικτικά κι ἔκανε τήν ἑξῆς προσευχή σχετικά μέ τόν ἑαυτό του: «Θεέ μου, σ΄ εὐχαριστῶ πού ἐγώ δέν εἶμαι σάν τούς ἄλλους ἀνθρώπους ἅρπαγας, ἄδικος, μοιχός, ἤ καί σάν αὐτόν ἐδῶ τόν τελώνη. Ἐγώ νηστεύω δυό φορές τήν ἑβδομάδα καί δίνω στό ναό τό δέκατο ἀπ΄ ὅλα τά εἰσοδήματά μου». Ὁ τελώνης, ἀντίθετα, στεκόταν πολύ πίσω καί δέν τολμοῦσε οὔτε τά μάτια του νά σηκώσει στόν οὐρανό. Χτυποῦσε τό στῆθος του καί ἔλεγε: «Θεέ μου, σπλαχνίσου με τόν ἁμαρτωλό». Σᾶς βεβαιώνω πώς αὐτός ἔφυγε γιά τό σπίτι του ἀθῶος καί συμφιλιωμένος μέ τό Θεό, ἐνῶ ὁ ἄλλος ὄχι· γιατί ὅποιος ὑψώνει τόν ἑαυτό του θά ταπεινωθεῖ, κι ὅποιος τόν ταπεινώνει θά ὑψωθεῖ».