Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016

Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής 10 Απριλίου 2016 (Δ´ Νηστειών)

Το Αποστολικό Ανάγνωσμα
(῾Εβρ. στ´ 13-20)
Αδελφοί, τῷ ᾿Αβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ᾿ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ᾿ ἑαυτοῦ, λέγων· «῏Η μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε»· καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας. ῎Ανθρωποι μὲν γὰρ κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος· ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος· ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην «εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος», ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν ᾿Ιησοῦς, «κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ» ἀρχιερεὺς γενόμενος «εἰς τὸν αἰῶνα».

Απόδοση:
Αδελφοί, ὅταν ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν ὑπόσχεσή του στὸν ᾿Αβραάμ, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε ἀνώτερος γιὰ νὰ ὁρκιστεῖ, ὁρκίστηκε στὸν ἑαυτό του, λέγοντας· Σοῦ ὑπόσχομαι ὅτι θὰ σ’ εὐλογήσω καὶ θὰ σοῦ δώσω πολλοὺς ἀπογόνους. ῎Ετσι πῆρε ὁ ᾿Αβραὰμ τὴν ὑπόσχεση, καὶ μὲ τὴν ὑπομονή του πέτυχε τὴν ἐκπλήρωσή της.

Οἱ ἄνθρωποι ὁρκίζονται σὲ κάποιον ἀνώτερό τους, κι ὁ ὅρκος δίνει γι’ αὐτοὺς τέλος σὲ κάθε ἀμφισβήτηση καὶ ὑποδηλώνει ἐπιβεβαίωση. ῾Ο Θεός, λοιπόν, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ δείξει πιὸ καθαρὰ σ’ αὐτοὺς ποὺ θὰ κληρονομοῦσαν τὰ ὅσα ὑποσχέθηκε ὅτι ἡ ἀπόφασή του ἦταν ἀμετάκλητη, τὴν ἐγγυήθηκε μὲ ὅρκο. Γιὰ δύο λοιπὸν ἀμετακίνητα πράγματα, γιὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατο νὰ διαψευστεῖ ὁ Θεός, ἐμεῖς ποὺ καταφύγαμε σ’ αὐτὸν ὀφείλουμε νὰ μείνουμε σταθεροὶ σ’ αὐτὰ ποὺ ἐλπίζουμε. Αὐτή μας ἡ ἐλπίδα μᾶς ἀσφαλίζει καὶ μᾶς βεβαιώνει σὰν ἄγκυρα, καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὰ ἐνδότερα τοῦ καταπετάσματος, ὅπου μπῆκε πρὶν ἀπὸ μᾶς καὶ γιὰ χάρη μας ὁ ᾿Ιησοῦς, ἀρχιερέας γιὰ πάντα ὅπως ὁ Μελχισεδέκ.ντα ὅπως ὁ Μελχισεδέκ.


Το Αποστολικό Ανάγνωσμα
(Μαρκ. θ´ 17-31)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσ-ῆλθε τῷ ᾿Ιησοῦ λέγων· Διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. Καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ῥήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· ῏Ω γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ῞Εως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; Φέρετε αὐτὸν πρός με. Καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. Καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. Καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· Πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ῾Ο δὲ εἶπε· Παιδιόθεν. Καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. Καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. ᾿Ιδὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος, ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. Καὶ κρᾶξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη.


Απόδοση:

Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

Εκεῖνο τὸν καιρό, κάποιος ἄνθρωπος πλησίασε τὸν ᾿Ιησοῦ καὶ τοῦ εἶπε· «Διδάσκαλε, ἔφερα σ’ ἐσένα τὸν γιό μου, γιατὶ ἔχει μέσα του δαιμονικὸ πνεῦμα ποὺ τὸν κάνει ἄλαλο. Κάθε φορὰ ποὺ τὸν πιάνει, τὸν ρίχνει κάτω καὶ τότε βγάζει ἀφρούς, τρίζει τὰ δόντια καὶ μένει ξερός. Εἶπα στοὺς μαθητές σου νὰ διώξουν αὐτὸ τὸ πνεῦμα, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν». «῎Απιστη γενιά!» ἀποκρίθηκε ὁ ᾿Ιησοῦς. «῝Ως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Πόσον καιρὸ ἀκόμη θὰ σᾶς ἀνέχομαι; Φέρτε μου ἐδῶ τὸ παιδί». ᾿Εκεῖνοι τοῦ τὸ ἔφεραν. Μόλις τὸ πνεῦμα εἶδε τὸν ᾿Ιησοῦ, ἀμέσως τάραξε τὸ παιδί, κι ἐκεῖνο ἔπεσε καταγῆς καὶ κυλιόταν βγάζοντας ἀφρούς. «Πόσος καιρὸς εἶναι ποὺ τοῦ συμβαίνει αὐτό;» ρώτησε ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν πατέρα τοῦ παιδιοῦ. ᾿Εκεῖνος ἀπάντησε· «᾿Απὸ μικρὸ παιδί. Πολλὲς φορὲς μάλιστα καὶ στὴ φωτιὰ τὸν ἔριξε καὶ στὰ νερὰ γιὰ νὰ τὸν ἐξολοθρέψει. ᾿Αλλὰ ἂν μπορεῖς νὰ κάνεις κάτι, σπλαχνίσου μας καὶ βοήθησέ μας». ῾Ο ᾿Ιησοῦς τοῦ εἶπε τοῦτο· «᾿Εὰν μπορεῖς νὰ πιστέψεις, ὅλα εἶναι δυνατὰ γι’ αὐτὸν ποὺ πιστεύει». ᾿Αμέσως τότε φώναξε δυνατὰ ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ καὶ εἶπε μὲ δάκρυα· «Πιστεύω, Κύριε! ᾿Αλλὰ βοήθησέ με, γιατὶ ἡ πίστη μου δὲν εἶναι δυνατή». Βλέποντας ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι συγκεντρώνεται κόσμος, πρόσταξε τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα μ’ αὐτὰ τὰ λόγια· «῎Αλαλο καὶ κουφὸ πνεῦμα, ἐγὼ σὲ διατάζω· βγὲς ἀπ’ αὐτὸν καὶ μὴν ξαναμπεῖς πιὰ μέσα του». Βγῆκε τότε τὸ πνεῦμα, ἀφοῦ κραύγασε δυνατὰ καὶ συντάραξε τὸ παιδί. ᾿Εκεῖνο ἔμεινε ἀναίσθητο, ἔτσι ποὺ πολλοὶ ἔλεγαν ὅτι πέθανε. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ὅμως τὸ ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι του, τὸ σήκωσε, κι αὐτὸ στάθηκε ὄρθιο.

῞Οταν μπῆκε ὁ ᾿Ιησοῦς στὸ σπίτι, τὸν ρώτησαν οἱ μαθητές του ἰδιαιτέρως· «Γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ βγάλουμε αὐτὸ τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα;» Κι ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε· «Αὐτὸ τὸ δαιμονικὸ γένος δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ βγάλει μὲ τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία». ῎Εφυγαν ἀπὸ κεῖ καὶ προχωροῦσαν διασχίζοντας τὴ Γαλιλαία. Δὲν ἤθελε ὁ ᾿Ιησοῦς νὰ μάθει κανεὶς ὅτι περνοῦσε ἀπὸ κεῖ, γιατὶ δίδασκε τοὺς μαθητές του καὶ τοὺς ἔλεγε· «῾Ο Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου θὰ παραδοθεῖ σὲ χέρια ἀνθρώπων, ποὺ θὰ τὸν θανατώσουν· τὴν τρίτη ὅμως ἡμέρα μετὰ τὸν θάνατό του θ’ ἀναστηθεῖ».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου