Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Αυτόπτης Μάρτυρας της Γέννησης

Πάντοτε το επιθυμούσα. Να δω το Χριστό να γεννιέται στη φάτνη του. Από τότε που ήμουνα μικρός και άφηνα τη σκέψη και τη φαντασία μου να απλώνονται μακρυά από τα πράγματα και τα πρόσωπα. Θυμάμαι, μαθητούδι ακόμα, που τέτοιες μέρες στρώναμε με τους συμμαθητές μου στο σχολειό του ΄Αη Νικόλα τη φάτνη μας

και υποδυόμαστε ρόλους. Μια φορά έγινα μάγος. Είχα ντυθεί με ρούχα της εποχής, είχα στο στόμα λόγια κατάλληλα και καρδιά να πάλλει από χαρά και συγκίνηση. Από τότε η επιθυμία μου φούντωνε.Κάθε Χριστούγεννα λοιπόν αυτό ζητούσα. Να μπορούσα να γίνω και γω αυτόπτης μάρτυρας της γέννησης. Παρακαλούσα θερμά τον Κύριο. Ώσπου μια νύκτα, ανήμερα της γιορτής, εκεί που κοιμόμουνα βλέπω ξαφνικά στον ύπνο μου τον Ιησού να μου λέει: Είμαι πρόθυμος να συναρμολογήσω ξανά τα σκηνικά της φάτνης μου. Να ξαναγίνω βρέφος για σένα. Έλα ακολούθα με.

Πασίχαρος, χωρίς να σκέφτομαι ό,τι άλλο, ταξίδεψα δεν ξέρω και γω που και πόσο. Ξαφνικά η μορφή εξαφανίστηκε και βρέθηκα να στέκομαι μπροστά σε μια φάτνη. Στο βάθος μέσα δυό άνθρωποι συμπονετικοί, καλοκάγαθοι. Είχαν τα μάτια τους προσηλωμένα στο προσωπάκι του βρέφους που μόλις γεννήθηκε. Φαινόντουσαν φτωχοί, κρύωναν, τους έβλεπα, ήτανε ταλαιπωρημένοι. Παρέκει δεξιά και αριστερά, ντυμένοι με βαρειά ενδυμασία είχαν μόλις ξεπεζεύσει τρεις ξένοι, λιγάκι παράξενοι. Στεκόντουσαν ευλαβικά γύρω από το πρόχειρο κρεββατάκι του μωρού. Είχαν κιόλας αποθέσει τα δώρα τους στο χώρο τριγύρω.

Με το που βρέθηκα στη σκηνή αυτή ένιωσα άβολα. Έπρεπε κάτι να προσφέρω και γω. Κάτι για το νεογέννητο.

Τί όμως; Έβαλα πρόχειρα τα χέρια στις τσέπες μου. Χρήματα δεν είχα. Τα είχα όλα κατατιθέμενα, έντοκα. Εξάλλου και αν τα είχα πρόχειρα, δεν ήμουνα απ'αυτούς που εύκολα θα τα έδιναν. Δείλιασα προς στιγμή και σκέφτηκα να δώσω κάτι από την καρδιά μου. Τί όμως,τι; Λίγη αγάπη και στοργή για αυτό το ανήμπορο πλασματάκι. Μα δυστυχώς δεν ήμουνα εξοικειωμένος με αυτού του είδους τα συναισθήματα. Μια ζωή το θεωρούσα παιδιάστικο να αναλίσκομαι σε τέτοια ζητήματα. Αυτά ήτανε, κατά την κρίση μου, για μικρούς και αδύναμους.

Ξαφνικά άκουσα φωνή από τον ουρανό που, καθώς κύταξα και τον είδα, λαμπύριζε μέσα από τα άπειρα άστρα του.

-Σε βλέπω. Eίσαι φτωχός στην καρδιά. Ανήμπορος για αισθήματα. Ας είναι. Πάρε όμως από τη φάτνη μου το χρυσάφι που είναι στην άκρη αυτή εδώ. Πάρε το, κάνε το ΑΓΑΠΗ και σκόρπα το απλόχερα. Βρέφη δεν υπάρχουν εκεί που ζεις σαν και αυτό που βλέπεις απέναντι; Γονείς που τους έλαχε να είναι μπροστά στη σκηνή της γέννησης του σπλάχνου τους αποκαμωμένοι, τσακισμένοι, αδύναμοι, δεν υπάρχουνε; Πάρε και σκόρπισε.

Ακόμη πάρε και το λίβανο. Πάρε τον και κάνε τον ΠΡΟΣΕΥΧΗ. Κάνε τον προσευχή ολόθερμη για τους συνανθρώπους σου. Για κάθε ψυχή ταλαιπωρημένη, πονεμένη. Θέλεις και τη σμύρνα; Πάρε την και αυτήν, κάνε την ΣΥΜΠΟΝΟΙΑ και ξόδεψέ την για τους άλλους...

Τόσο ανήμπορος...δεν κατάφερα να πάρω απόφαση. Βρέθηκα στον ύπνο μου μπροστά στη φάτνη του Χριστού και μπερδεύτηκα. Ομολογώ ότι οι σκηνές αυτές ήτανε για μένα απρόβλεπτες. Εγώ περίμενα ένα Χριστό χωρίς απαιτήσεις. Ένα Χριστό σαν και αυτόν που μας έμαθαν στο σκολειό, σαν ήμασταν παιδιά. Να γεννιέται για να παίρνουμε τα δώρα μας, να ντύνουμε τα δεντράκια μας, να ζούμε ανέμελα τις μέρες ανάπαυλας της μικροαστικής πολυτέλειας των διακοπών μας. Τέλος πάντων να γεννιέται για να ψωνίζουμε.

Όχι ένα Χριστό που να μας επιφορτίζει με ευθύνες. Που να μας ζητά κάτι να κάνουμε. Και μάλιστα με τα δώρα τα δικά του. Δεν γίνεται. Το όνειρό μου, είμαι σίγουρος, ήταν απλά ένας εφιάλτης που δεν κολλάει με τη γέννηση του Θεανθρώπου. Ηταν απλά ένα όνειρο. ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΧΕΙΜΕΡΙΝΗΣ ΝΥΚΤΟΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου